Bathers [ˈbeɪðəʳ, s]

N Persons swimming or spending time in the water, especially at sea. Photographs taken during the holidays, usually in the morning when older people go for a swim. This favourite habit is my starting point for a new series of photographs that keep a limpid balance between the human body and the liquid state, while preserving the naivety and the carefreeness of the moment! not as a memory but as a projection in reality of an image that will persist over time.

Baigneurs [bɛɲœʀ, øz]

N Ceux qui se baignent, notamment en mer. Photographies prises pendant les vacances, surtout le matin quand les personnes âgées vont se baigner. Cette habitude favorite est pour moi un point de départ pour une nouvelle série de photographies qui gardent un équilibre limpide entre le corps humain et l’état liquide, en préservant la naïveté et l’insouciance du moment! pas comme une mémoire, mais comme une projection en réalité d’une image qui persiste dans le temps.

Λουόμενοι [luómenos]

Bathers: αυτοίός που κάνουνει μπάνιο, κυρίως στη θάλασσα. Φωτογραφίες τραβηγμένες στη διάρκεια των διακοπών, συνήθως πρωί την ώρα που οι ηλικιωμένοι άνθρωποι συνηθίζουν να κάνουν το μπάνιο τους. Η αγαπημένη συνήθεια των ανθρώπων γίνεται για έμενα αφετηρία για μια νέα σειρά φωτογραφιών που προσπαθούν να διατηρήσουν διαυγή ισορροπία ανάμεσα στο ανθρώπινο σώμα και το υγρό στοιχείο,  κρατώντας την αφέλεια και την χαλαρότητα τις στιγμής! όχι ως ανάμνηση, αλλά ως προβολή στην πραγματικότητα σε ένα στιγμιότυπο που θα διαρκέσει στο χρόνο.